Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2008

Δελτίο Τύπου της ΟΛΜΕ για την Π.Δ.Σ.

Συµπληρώθηκαν 15 µέρες από την έναρξη των µαθηµάτων και δυστυχώς στη συντριπτική πλειονότητα των Λυκείων της χώρας δεν λειτουργεί το πρόγραµµα της Πρόσθετης ∆ιδακτικής Στήριξης (Π.∆.Σ.). Η ηγεσία του ΥΠΕΠΘ, η οποία διαβεβαίωνε ότι η Π.∆.Σ. θα άρχιζε ταυτόχρονα µε την έναρξη των µαθηµάτων, δεν προχώρησε στα αναγκαία µέτρα.
Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2008

Για την κατανομή των τμημάτων

Σαν εκπαιδευτικοί, μας αφορά κατ’ αρχήν το συμφέρον των μαθητών μας. Από τη σκοπιά αυτή θεωρούμε απαράδεκτο και αντιπαιδαγωγικό, εν έτει 2008 να στοιβάζουμε τα παιδιά σε τμήματα 25-30 μαθητών. Το βαρύ αναλυτικό πρόγραμμα και η ατελείωτη ύλη που πρέπει, υποτίθεται, να αφομοιώσουν οι μαθητές στη διάρκεια του σχολικού έτους σε συνδυασμό με το μεγάλο πλήθος μαθητών ανά τμήμα δεν επιτρέπουν στον καθηγητή να ασχοληθεί με τις ανάγκες και τις ελλείψεις του κάθε παιδιού ξεχωριστά και πλήττει σοβαρά τη σχέση που θα έπρεπε να αναπτύσσεται μεταξύ διδασκομένων και διδασκόντων.

Σε πλήρη αντίθεση με το παιδαγωγικό έργο και τις μαθησιακές ανάγκες, το υπουργείο προωθεί τη δημιουργία τμημάτων με τον ανώτατο αριθμό μαθητών (30 μαθητές ανά τμήμα), όπως προκύπτει από την εγκύκλιο προγραμματισμού για το 2008-2009. Σε πανελλαδικό επίπεδο, ο υπολογισμός του εκπαιδευτικού προσωπικού γίνεται με βάση την παραπάνω αναλογία, και η κατάσταση επιδεινώνεται με τη μη ορθολογική κατανομή των εκπαιδευτικών διάφορων ειδικοτήτων ανά νομό.

Η προσπάθεια εφαρμογής της εγκυκλίου σε πολλές περιοχές της χώρας προκάλεσε τη δίκαιη αγανάκτηση και αντίδραση σύσσωμης της εκπαιδευτικής κοινότητας και ειδικά των γονέων. Ειδικά στο Ρέθυμνο, τα μεγάλα τμήματα παρουσιάζονται σαν «αναγκαιότητα» λόγω του εκρηκτικού προβλήματος σχολικής στέγης (Θέλω να δημιουργήσω μικρότερα τμήματα, αλλά δεν έχω αίθουσες να τα στεγάσω…).

Η θέση μας δεν μπορεί να είναι άλλη από τον αγώνα για την κάλυψη των πραγματικών αναγκών της δημόσιας εκπαίδευσης. Αυτό σημαίνει, εκτός των άλλων, δημιουργία μικρών τμημάτων έτσι ώστε το μάθημα να γίνεται σωστά και αποδοτικά και να μην εξαναγκάζονται οι μαθητές και οι γονείς τους να καταφεύγουν στη λύση του φροντιστηρίου (και μάλιστα από όλο και πιο μικρές ηλικίες). Απαιτούμε άμεση λύση του στεγαστικού προβλήματος και την έγκαιρη και πλήρη κάλυψη του αναγκαίου εκπαιδευτικού προσωπικού. Η ενεργοποίηση και η συλλογική δράση όλης της εκπαιδευτικής κοινότητας είναι ο μόνος δρόμος για πετύχουμε τις διεκδικήσεις μας. Στο αμέσως επόμενο διάστημα η ΕΛΜΕ θα πάρει πρωτοβουλίες σε αυτή την κατεύθυνση.

Για την "παραίτηση" του Α. Σπανουδάκη

Το Δ.Σ. της ΕΛΜΕ Ρεθύμνου θεωρεί απαράδεκτη και προσβλητική τη στάση του Υπουργείου Παιδείας στην υπόθεση του Περιφερειακού Διευθυντή Εκπαίδευσης Κρήτης Αρκάδιου Σπανουδάκη. Μετά την καταδικαστική απόφαση του δικαστηρίου, το Υπουργείο όφειλε αμέσως να τον παύσει. Αντίθετα, κράτησε ύποπτη στάση αναμονής μέχρι την παραίτηση του ιδίου, η οποία υποβλήθηκε καθυστερημένα και ύστερα από την κατακραυγή της κοινής γνώμης. Πιστεύουμε ότι «οι λόγοι ευθιξίας» που επικαλείται στην παραίτησή του ο Α. Σπανουδάκης είναι στην πραγματικότητα προσχηματικοί, γιατί διαφορετικά θα είχε παραιτηθεί από την έναρξη της δικαστικής έρευνας, σεβόμενος την εκπαιδευτική του ιδιότητα.

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2008

Πρόσκληση στους νεοδιόριστους

Συναδέλφισσες – Συνάδελφοι,

Με μεγάλη χαρά σας καλωσορίζουμε στην εκπαιδευτική κοινότητα των καθηγητών του νομού Ρεθύμνου και σας ευχόμαστε υγεία και δύναμη για μια νέα δημιουργική σχολική χρονιά.
Προκειμένου να έχετε μία άμεση και έγκυρη ενημέρωση για το τι ισχύει στο νέο σας εργασιακό περιβάλλον και να συζητήσουμε από κοντά τα προβλήματα και τους προβληματισμούς σας, σας καλούμε σε συνάντηση τη Δευτέρα 15 Σεπτέμβρη στις 8:30 στην αίθουσα εκδηλώσεων του Πειραματικού Λυκείου.
Μετά το τέλος της συνάντησης θα ακολουθήσει έξοδος σε πιο χαλαρό περιβάλλον για να γνωριστούμε καλύτερα, να ανταλλάξουμε απόψεις, να δυναμώσουμε τη συλλογικότητά μας.
Το σωματείο θα βρίσκεται στο πλευρό σας σε οποιοδήποτε ατομικό ή συλλογικό πρόβλημα.

Το Δ.Σ. της ΕΛΜΕ Ρεθύμνου

Για την εγκύκλιο προγραμματισμού

Τι ετοιμάζουν για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση;

Το γεγονός της έκδοσης, από το ΥΠΕΠΘ, μιας σημαντικής εγκυκλίου στο «παρά ένα» της σχολικής χρονιάς, δηλαδή σε χρόνο που δεν επιτρέπει αντιδράσεις από πλευράς εκπαιδευτικών, δημιουργεί από μόνο του, την εικόνα ενός Υπουργείου που μεθοδεύει σε βάρος των εκπαιδευτικών.
Το περιεχόμενο της εγκυκλίου κάνει, όμως, τα πράγματα ακόμη πιο σοβαρά:
  1. Απαιτεί συγκρότηση τμημάτων με το μέγιστο αριθμό μαθητών (δηλαδή 30 μαθητές ανά τμήμα).
  2. Απαιτεί κατάρτιση και υποβολή του λεγόμενου «Προγραμματισμού σχολικού έργου».
  3. Προβλέπει χρησιμοποίηση υπεράριθμων εκπαιδευτικών της Δευτεροβάθμιας για την κάλυψη διδακτικών αναγκών της Πρωτοβάθμιας.
Οι άμεσες συνέπειες απ’ την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων πλήττουν σοβαρά τόσο τους εκπαιδευτικούς στο επίπεδο του εργασιακού τους καθεστώς όσο και την ίδια την ουσία του Συστήματος Εκπαίδευσης, δηλαδή τη διαδικασία της μάθησης. Πλήττει, επομένως, και τους ίδιους τους μαθητές.
Σταχυολογώντας μερικές απ’ τις συνέπειες αυτές, αναφέρουμε:
  1. Δημιουργούνται εκπαιδευτικοί σταθερά υπεράριθμοι που θα τυγχάνουν «ελαστικής» μεταχείρισης για να καλύπτονται ανάγκες «από δω κι από ‘κει» (βλ. πέρασμα στην Πρωτοβάθμια ή την ΠΔΣ σήμερα, ή όπου αλλού αύριο). Αυτό αποτελεί ένα ακόμη χτύπημα της εργασιακής ασφάλειας και σταθερότητας, όχι μόνον για τους σημερινούς «περισσευούμενους» αλλά για το σύνολο των εκπαιδευτικών, αφού αν κάτι τέτοιο εφαρμοστεί, τότε θα υπάρχει «προηγούμενο» για τις μελλοντικές ορέξεις του υπουργείου.
  2. Η διδασκαλία του μαθήματος γίνεται δυσκολότερη ενώ παράλληλα ακυρώνεται κι η όποια δυνατότητα βελτίωσης του μαθησιακού αποτελέσματος. Οδηγούμαστε, με μαθηματική ακρίβεια, σε μια δραματική υποβάθμιση της Εκπαίδευσης. Και αν για τα τμήματα των 30 μαθητών δεν χρειάζεται πολλή επιχειρηματολογία, ο ατομικός προγραμματισμός της ύλης μπορεί να αντιμετωπίζεται με μια εύκολη πρώτη ανάγνωση ως «κάτι θετικό». Είναι όμως έτσι; Μιλώντας συγκεκριμένα για το Αναλυτικό Πρόγραμμα, θα λέγαμε ότι είναι ένα γενικό περίγραμμα που παίρνει σάρκα και οστά μέσα από τη ζωντανή σχέση καθηγητή-μαθητών. Κι έτσι θεωρούμε ότι πρέπει να παραμείνει. Η υποχρέωση της υλοποίησης της ογκώδους ύλης του μέσα από τον αναλυτικό προγραμματισμό οδηγεί στην εντατικοποίηση, στην απλή παρουσίαση της ύλης, στο κυνηγητό της σελίδας. Μέσα σ’ αυτά τα ασφυκτικά πλαίσια ο στόχος του καθηγητή αντί να είναι οι μαθησιακές ανάγκες των μαθητών, καταντά αγώνας δρόμου για να εκπληρώσει «το τι έχει καταθέσει». Ο πολύτιμος χρόνος για επανάληψη, για κατανόηση και αφομοίωση θεμελιωδών σημείων της ύλης, για διατύπωση και απάντηση αποριών, για διόρθωση ασκήσεων και εργασιών, για επίλυση μαθησιακών προβλημάτων δεν υπάρχει. Ο έλεγχος του ρυθμού της ύλης αποκλείει οποιαδήποτε δημιουργική πρωτοβουλία του καθηγητή, η διδασκαλία τυποποιείται. Ακόμα ο προγραμματισμός, από τώρα, των τεστ και των διαγωνισμάτων αφαιρεί τη δυνατότητα του καθηγητή να ορίζει αυτός πότε είναι αναγκαία για τους μαθητές έτσι ώστε να αποκρυσταλλωθούν σ’ αυτά η πρόοδος αλλά και τα λάθη και οι αδυναμίες για να μπορέσει μετά να κατευθύνει το μάθημα στη σωστή πορεία. Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια όπου περιορίζονται δραματικά τα περιθώρια παιδαγωγικής - μαθησιακής παρέμβασης από τον καθηγητή, ο μαθητής αφήνεται να καλύψει μόνος του το κενό. Αν όμως ο μαθητής δεν μπορεί λόγω της κοινωνικής του θέσης και της αντίστοιχης οικονομικής του δυνατότητας, τότε ποιος θα φταίει; Επομένως, ένα «δημοσιοϋπαλληλίστικο» χαρτί είναι ίσως εύκολο να γραφτεί. Υπάρχουν και οι «πλούσιες» οδηγίες του βιβλίου του καθηγητή. Καλές λοιπόν οι θεωρητικές συμβουλές και οι παρατηρήσεις αλλά για το ρυθμό, το περιεχόμενο και τον προγραμματισμό της διδασκαλίας τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο δικαιωματικά τον έχουν όσοι διδάσκουν και ξέρουν την τάξη με τις ανάγκες και τα προβλήματά της και κανένας άλλος.
  3. Ενοχοποιείται το έργο των εκπαιδευτικών ως η βασική αιτία για την κακή —κατά κοινή ομολογία— κατάσταση στην εκπαίδευση. Με τα «αξιολογικά εργαλεία» που σιγά­­­­­–σιγά εισάγονται (όπως για παράδειγμα ο «Προγραμματισμός Διδακτικού Έργου») το ΥΠΕΠΘ αποκτά τη δυνατότητα να πλάθει αξιολογήσεις και —μέσα απ’ αυτές— και μια εικόνα χαμηλών «επιδόσεων» των εκπαιδευτικών. Θα μπορεί έτσι, πιο εύκολα και πιο αποδοτικά απ’ ό,τι πρωτύτερα, να δημιουργεί στη μέση συνείδηση την αντίληψη ότι η ευθύνη (τουλάχιστον η κύρια) βαρύνει του εκπαιδευτικούς (βλ. χαμηλές επιδόσεις) κι όχι το Υπουργείο (βλ. εκπαιδευτική πολιτική). Θα μπορεί, επίσης, να χρησιμοποιεί την «εικόνα» χαμηλών επιδόσεων για να δικαιολογεί την όποια εισοδηματική συμπίεση θέλει, κάθε φορά, να επιβάλλει στους εκπαιδευτικούς ή την όποια χειραγώγηση και έλεγχο στα στελέχη της εκπαίδευσης.
Όλα αυτά, βέβαια, δεν τα κάνει, από μόνη της, μία εγκύκλιος. Τα κάνει η εκπαιδευτική πολιτική του ΥΠΕΠΘ, κομμάτι της οποίας είναι βέβαια και η εν λόγω εγκύκλιος. Είναι, όμως, πολύ σημαντικές οι αλλαγές που προβλέπει, κι είναι επίσης πολύ ύποπτος ο τρόπος με τον οποίο το ΥΠΕΠΘ προσπαθεί να την περάσει χωρίς αντιδράσεις. Αν τα καταφέρει, δε θα είναι για το συμφέρον μας ούτε για το συμφέρων των μαθητών μας.

Για όλα τα παραπάνω, η ΕΛΜΕ Ρεθύμνου, σύμφωνα και με τις αποφάσεις της ΟΛΜΕ, καλεί τους συλλόγους και κάθε εκπαιδευτικό να μην εφαρμόσουν την εγκύκλιο αλλά αντίθετα να αναζητήσουμε συλλογικά τρόπους για να επιτύχουμε την απόσυρσή της.